Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Oι βρετανικές τράπεζες δεν πρέπει να επιστρέψουν στον παλιό κακό εαυτό τους


Oι βρετανικές τράπεζες δεν πρέπει να επιστρέψουν στον παλιό κακό εαυτό τους
The Guardian

Ζήτω! Ηρθε επιτέλους η εποχή, που οι βρετανικές τράπεζες θα επιστρέψουν στη συνηθισμένη τους καθημερινότητα. Τουλάχιστον, αυτό ισχυρίστηκε ο διευθύνων σύμβουλος της Lloyds, Ερικ Ντάνιελς. Η τράπεζά του βρίσκεται σε φάση αναδιοργάνωσης, με τα κέρδη της να εκτινάσσονται στα θεαματικά επίπεδα των 1,6 δισ. στερλινών το α΄ εξάμηνο. Επιπλέον, πρόσθεσε ο κ. Ντάνιελς, τώρα πλέον η κυβέρνηση, εάν το επιθυμεί, έχει την εναλλακτική να πωλήσει το 41%, το οποίο κατέχει στη Lloyds και είχε αγοράσει με την κλιμάκωση της κρίσεως το 2008. Αναμφισβήτητα, αυτό το μήνυμα παρελήφθη με ικανοποίηση από την κυβέρνηση.

Το σημαντικό της εβδομάδας αυτής είναι ότι πρώτη φορά μετά το ξέσπασμα της κρίσης, το φθινόπωρο του 2008, συμβαίνει κάτι τέτοιο. Σίγουρα δεν βρίσκονται όλα τα πιστωτικά ιδρύματα στην κατάσταση της Lloyds. Ωστόσο, η προοπτική τού να επιστρέψουν οι τράπεζες στην πρότερή τους κατάσταση, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε, δημιουργεί ένα πρόβλημα. Η καθημερινότητα του τραπεζικού κλάδου είναι και ήταν τόσο τρομακτική, που ανάγκασε τον πρώην πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν και τον πρώην υπουργό Οικονομικών Αλιστερ Ντάρλινγκ να σπεύσουν και να διασώσουν συλλήβδην έναν ολόκληρο κλάδο - όχι ορισμένα προβληματικά πιστωτικά ιδρύματα, αλλά τον κλάδο συνολικά. Ακόμα και στις εποχές της ακμής τους, οι τράπεζες δεν έκαναν αυτό που έπρεπε, δηλαδή να λαμβάνουν τις αποταμιεύσεις των καταθετών και των νοικοκυριών και να τις χορηγούν ως πιστώσεις στα παραγωγικά τμήματα της οικονομίας. Το 2006, στο απόγειο της χρηματοπιστωτικής ακμής, δύο εκατομμύρια ενήλικοι Βρετανοί δεν είχαν τραπεζικό λογαριασμό. Χιλιάδες άλλοι δεν είχαν ουδεμία πρόσβαση σε δάνεια. Το πρόβλημα είχε τέτοιες διαστάσεις, ώστε η κυβέρνηση και οι αρμόδιες υπηρεσίες το αντιμετώπιζαν ως μείζον ζήτημα αποκλεισμού από τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

Σύμφωνα με πανεπιστημιακή έρευνα, στα τέλη του 2007, άνω του 40% όλων των πιστώσεων εκ μέρους των τραπεζών και των οικοδομικών συνεταιρισμών είχε διοχετευθεί σε ακίνητα. Αυτό σημαίνει ότι τα εν λόγω ιδρύματα φούσκωναν με ρευστό μια ήδη γιγαντιαία φούσκα. Ενας ακόμα «καυτός» προορισμός των δανείων ήταν άλλες τράπεζες. Και με τη μεταποίηση, τι γίνεται; Στα μέσα του '90 το μερίδιο των βιομηχανιών επί των συνολικών τραπεζικών χορηγήσεων ήταν 7,9%, και σήμερα έχει υποχωρήσει στο 1,6%. Βέβαια, αυτό οφείλεται και στη συρρίκνωση του κλάδου της μεταποίησης, αλλά και στο ότι οι τράπεζες άλλαξαν ρόλο. Οι παραδοσιακές τράπεζες έγιναν επενδυτικοί οίκοι, οι επενδυτικοί οίκοι έγιναν κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου και το αποτέλεσμα ήταν οι φορολογούμενοι να το πληρώνουν για πολλά χρόνια. Το θεμελιώδες ερώτημα είναι εάν θέλουμε όλες οι τράπεζες να διοικούνται από κερδοσκόπους, για κερδοσκόπους.