Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Η εξασφάλιση της αξίας των καταθέσεων. Η υποχώρηση της ύφεσης. Η έξοδος από το τούνελ. Τα περιθώρια κερδοφορίας των Τραπεζών. Η δυναμική ανάπτυξη και η μείωση της ανεργίας.

Η Ελλάδα μπήκε σε μια πολυδιάστατη δίνη, όταν η διεθνής κρίση αποκάλυψε τις τρομακτικές ανισορροπίες της οικονομίας που οφείλονται στα δημοσιονομικά ελλείμματα και στην επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας (λόγω της αύξησης του μοναδιαίου εργατικού κόστους) και της γραφειοκρατίας. Η πρόοδος των τελευταίων 20 μηνών καθρεφτίζεται στην υποχώρηση της ύφεσης και η δέσμευση της τρόικας ότι στηρίζει την Ελλάδα της προόδου και των μεταρρυθμίσεων, εξασφαλίζοντας έτσι και την αξία των καταθέσεων, προϊδεάζει την έξοδο από το τούνελ.
Το τραπεζικό σύστημα επλήγη, αλλά χάρις στις ενέργειες της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ), και με την παροχή ρευστότητας αρχικά από την ΕΚΤ (130 δισ. ευρώ το 2012 από το Ευρωσύστημα, τώρα 70 δισ. ) και μετέπειτα με τα 50 δισ. από το Ευρωπαϊκό ΤΧΣ (που μετονομάσθηκε σε Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητος – ΕSΜ) και το ΔΝΤ επετράπη στις τράπεζες να ξεπεράσουν τις δυσκολίες, εξασφαλίζοντας και τους καταθέτες. Το ελληνικό ΤΧΣ, που διαχειρίζεται τα 50 δισ. ευρώ, έχει ανακεφαλαιοποιήσει και συμπράττει στην αναδιοργάνωση ώστε οι τράπεζες να παραμείνουν βασικός πυλώνας σταθερότητας στην Ελλάδα. Η συμμετοχή ιδιωτών κατά 3,3 δισ. ευρώ στις αυξήσεις κεφαλαίων έχουν ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας. Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο γιατί η αναπαραγωγή φημών για την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη (ΕΖ) προκάλεσε διαρροή καταθέσεων. Συγχρόνως κατρακυλούσε η αξία των ελληνικών ομολόγων (πλήττοντας την κεφαλαιακή επάρκεια), με τις δανειακές καθυστερήσεις στο 30%. Οι τράπεζες έπεσαν θύματα του δημοσιονομικού εκτροχιασμού και εξ αυτής της αιτίας της βαθιάς ύφεσης σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες που χρεοκόπησαν λόγω κακοδιαχείρισης.
Πέραν της βοήθειας από την τρόικα η αντοχή των τραπεζών στους κραδασμούς οφείλεται και στην καλή διακυβέρνηση και ότι υπερβολές ή λανθασμένες πολιτικές στην εποχή της υπέρμετρης ευφορίας δεν δημιούργησαν ανεπίλυτα προβλήματα. Μελέτη της ΕΚΤ επιβεβαιώνει ότι πριν από την κρίση και το 2012 δεν υπήρχε φούσκα, όπως στην Ιρλανδία και την Κύπρο όπου το ενεργητικό των τραπεζών ήταν 4-5 φορές μεγαλύτερο του ΑΕΠ. Το τραπεζικό σύστημα είχε το προσήκον για την Ελλάδα μέγεθος και ελάχιστες ζημίες από δομημένα προϊόντα. Αλλωστε, η συνεχής δυνατή παρουσία του στα Βαλκάνια υπογραμμίζει τις μεγάλες αντοχές του. 
Ενδεικτικά, παρά το ιδιαίτερα μεγάλο μέγεθος του τραπεζικού συστήματος («90% του χρηματοπιστωτικού τομέα), το ενεργητικό των ελληνικών τραπεζών ήταν 150% του ΑΕΠ το 2012 (Πορτογαλία 250% και ΕυρωΖώνη 260%, που δεν είχαν μεγάλη μείωση του ΑΕΠ).
Παρά τη γεωγραφική αποκέντρωση, ανά τραπεζικό υπάλληλο αντιστοιχούσαν 200 κάτοικοι στην Ελλάδα (Πορτογαλία 185 και ΕυρωΖώνη 150).
Λειτουργικά έξοδα προς έσοδα 63% (ΕΖ 62%).
Ο δανεισμός του ιδιωτικού τομέα 128% του ΑΕΠ (168% στην ΕυρωΖώνη). 
Οι δείκτες υποδηλώνουν ότι τα περιθώρια για κερδοφορία είναι μεγάλα όταν ανακάμψει η οικονομία, οπότε αυτόματα θα μειωθούν οι επισφάλειες και θα αυξηθούν οι τραπεζικές εργασίες.
H ανάλυση αντοχής (stress test) που διεξάγεται υπό την αιγίδα της ΤτΕ θα παρουσιάσει την ανάγκη πρόσθετων προβλέψεων στις τράπεζες, αλλά δεν αναμένεται να είναι υπερβολικές και μεσο-βραχυπρόθεσμα θα αντισταθμισθούν και από τις σημαντικές οικονομίες που θα προκύψουν από τις συγχωνεύσεις και τις πωλήσεις μη τραπεζικών επιχειρήσεων. Σε ύφεση με συρρικνωμένες καταθέσεις (από 240 δισ. ευρώ έχουν πέσει στα 170 δισ.) και αποκομμένες από τις χρηματαγορές οι τράπεζες έχουν στενότητα κεφαλαίων. Ανανεώνουν δάνεια προς επιχειρήσεις/νοικοκυριά με προοπτική βιωσιμότητας και με τα λιγοστά κεφάλαια που περισσεύουν αυξάνουν τον δανεισμό κυρίως προς παραγωγικές δραστηριότητες (π.χ. για την επανεκκίνηση των έργων στους αυτοκινητοδρόμους ). Οι 4 μεγάλοι τραπεζικοί όμιλοι, καθώς θα προχωρούν οι μεταρρυθμίσεις, θα προσελκύσουν ξένους επενδυτές για να καλύψουν την ανεπαρκή (σε σύγκριση με τις επενδυτικές ανάγκες) εγχώρια αποταμίευση, ώστε οι τράπεζες να δώσουν μία δυνατή ώθηση στην ανάπτυξη. Η πολιτική υψηλών προβλέψεων της ΤτΕ (πλησίον 50% των καθυστερήσεων) υπογραμμίζει τη συνετή στρατηγική και υποκρύπτει τη δημιουργία πρόσθετων εσόδων όταν με την ανάκαμψη οι επισφάλειες μειωθούν. Πέρα από την αύξηση του δανεισμού σε υγιείς επιχειρήσεις μια άλλη πηγή μελλοντικής κερδοφορίας είναι η ανατίμηση της αξίας των ελληνικών ομολόγων, καθώς προχωρεί η δημοσιονομική εξυγίανση. Από την άλλη πλευρά, η πτώση των τιμών των ακινήτων προκαλεί λογιστικές ζημίες που οι τράπεζες θα πρέπει να απορροφήσουν. Συνολικά θα υπάρξει αύξηση των εσόδων και βελτίωση του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας.
Με τη δημιουργία 4 ομίλων επιτυγχάνεται ο εξορθολογισμός του τραπεζικού συστήματος. Με τις μειώσεις μισθών και τις εθελουσίες οι δαπάνες προσωπικού θα μειωθούν συνολικά κατά 30%, αλλά και τα διοικητικά έξοδα θα περιορισθούν καθώς οι συγχωνεύσεις οδηγούν σε μεγάλες οικονομίες στα πληροφοριακά συστήματα, στη διαχείριση των διαθεσίμων και στον αριθμό των υποκαταστημάτων, κ.λπ. Αλλά και η ανανέωση του προσωπικού θα βελτιώσει το ήδη υψηλό επίπεδο, καθώς προσλαμβάνονται άτομα με σύγχρονες εξειδικεύσεις. Η συμπίεση των εξόδων θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τον δείκτη λειτουργικά έξοδα προς έσοδα, ώστε να πέσει πολύ κάτω της ΕΖ. Οι συγχωνεύσεις των δικτύων των τραπεζών στα Βαλκάνια θα ισχυροποιήσουν την παρουσία τους σε μια ζωτική για την Ελλάδα περιοχή. Η πώληση των συμμετοχών τους σε μη τραπεζικές εταιρείες θα αυξήσει τον κεφαλαιακό συντελεστή, ώστε να υπάρχουν επαρκή αποθέματα και σε συνδυασμό με τα 9 δισ. ευρώ που έχει το ΤΧΣ να υπερκαλυφθεί τυχόν κεφαλαιακή ανεπάρκεια.
Η κοινωνική συναίνεση για την ασφάλεια του τραπεζικού συστήματος έχει και αυτή συνεισφέρει στη σταθερότητά του και πρέπει να γίνει παράδειγμα για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις (κυρίως συντόμευση της απονομής δικαιοσύνης, απλοποίηση της γραφειοκρατίας που ταλαιπωρεί τον πολίτη και εμποδίζει την επιχειρηματικότητα και σταθερό φορολογικό σύστημα για την επαναπροσέλκυση ελληνικών και ξένων κεφαλαίων) που είναι αναγκαία συνθήκη για δυναμική ανάπτυξη και μείωση της ανεργίας.